Λέξεις

Ούτε απόψε έγραψε μήνυμα
και το παιδί μου παραπονέθηκε που τίποτα δεν είχε πάρει
να γιατρέψει τη νύχτα του.
Είναι φορές που θα κλάψεις.
Μη φοβηθείς…
Στης νύχτας τους ουρανούς καημοί από παντού συναντιούνται
Σε σκοτεινές κορυφές βουνών με κάρο βρώμικο παλιό.
Μα παλιό σαν το παλιό καλό κόκκινο κρασί.
Σβησμένη μηχανή.
Μόνο το φως από του ραδιοφώνου την οθόνη χαϊδεύει τα κουρασμένα βλέφαρα.
Ο Ιησούς κοιμάται ευλαβικά λίγο παρακάτω, στην αγκαλιά της Μαγδαληνής.
Κουρασμένος από το κήρυγμα της μέρας.
Μάταιος κόπος.
Λέξεις χαμένες στον πέλαγο, κει που τις μαζεύουν ψημένες από το αλάτι οι πειρατές
και τις κοινωνούν σε διψασμένα παιδιά.
Ποιος έχει το θάρρος να φτιάξει καινούριες λέξεις;
Ποιος θα μπορέσει να σώσει τις λέξεις από τους πειρατές;
Τα παιδιά διψάνε για λέξεις μα αν μεταλάβουν αλάτι θα διψούν πιο πολύ.
Θα θελήσουν τα πάντα
και θα διψάνε πιο πολύ, πιο πολύ, πιο πολύ.
Μια ευχή χάνεται στον ωκεανό.
Οι πειρατές παστώνουν τις λέξεις.
Ποιος έχει το θάρρος να τους εμποδίσει;
Μουσικοί περνούν τις θάλασσες και προσπαθούν να μαζέψουν τις λέξεις.
Να τις γλυτώσουν από την αλμύρα και τους πειρατές.
Γιατί οι μουσικοί να μαζέψουν τις λέξεις;
Έχουν το θάρρος να τους εμποδίσουν.
Καμμένα μάτια και ρουθούνια πάνω στην κορυφή βουνού
ακονίζουν τις νότες και σώζουν τις λέξεις.
Μη ψάχνεις το νόημα. Δεν υπάρχει.
Έτυχε ένας μουσικός να σώσει τις λέξεις.
Τις λέξεις τις δικές σου ή τις δικές μου.
Στο ραδιόφωνο, στην κορυφή του βουνού
ακούγονται οι λέξεις που έσωσε ένας μουσικός.
Τραγουδώ και στέλνω το μήνυμα καθυστερημένα στο παιδί
που αγάπησε τις λέξεις μου.
«Μία φορά κι έναν καιρό δεν είχα λέξεις να σου δώσω.
Αυτές χάνονταν κι εγώ ακόμη προσπαθούσα να φτιάξω καινούριες λέξεις
και χανόμουν κι εγώ στο χρόνο.
Συγχώρα με που δεν το έκανα. Όσο αγαπάς κι όσο πιο πολλές λέξεις γεννάς…
μη ξεχάσεις, να μην τις σκοτώσει η αλμύρα».

Απάντηση