Ο Αλέκος Χαλβατζής για το Κ.Κ.Ε και την κοινωνία

Αναδημοσιεύω ένα γεμάτο ουσία κείμενο του Αλέκου Χαλβατζή. Πιστεύω ότι θα βοηθήσει να προβληματιστούμε ώριμα σε ζητήματα της αριστεράς και να αναζητήσουμε απαντήσεις. Καλή ανάγνωση και σκέψη.

κκε, αριστερά, κομμουνισμός, σύριζα

Μια ολοκληρωμένη τοποθέτηση

Εδώ και 14 μήνες (από το Δεκέμβρη του 2010) έχω δημοσιεύσει στο blog μου  alekosch.wordpress.com ότι πριν 21 μήνες, το Μάιο του 2010 έστειλα ένα γράμμα στην Κεντρική Επιτροπή (ΚΕ) και στην Επιτροπή Κομματικού Ελέγχου (ΕΚΕ) του ΚΚΕ με τίτλο «Για την ανησυχητική κατάσταση και πορεία του Κόμματος, για την κυριολεκτικά τρομακτική προοπτική του, όπως προδιαγράφεται».

Περίπου 4 μήνες μετά την κατάθεση της επιστολής μου, το Σεπτέμβρη του 2010, ενημερώθηκα για τις σχετικές αποφάσεις-απαντήσεις της ΚΕ και της ΕΚΕ, τις οποίες θεώρησα και θεωρώ τουλάχιστον ατεκμηρίωτες και συκοφαντικές. Ζήτησα εξηγήσεις, όσες μου δόθηκαν ήταν τραγελαφικές. Η κατάληξη όπως έχω ξαναγράψει ήταν να αποχωρήσω από το ΚΚΕ στις 21 Σεπτέμβρη 2010.

Όλο το διάστημα παρακολουθώ αυτή την «τρομακτική προοπτική» να υλοποιείται. Πολλές φορές σκέφτηκα ότι πρέπει να καταθέσω δημόσια, ολοκληρωμένα και αναλυτικά την άποψη μου για αυτό που εννοώ σοβαρή εκτροπή και βαθιά κρίση του ΚΚΕ, για όποιον ενδιαφέρεται να την διαβάσει. Έως τώρα δεν το είχα κάνει.

Θεώρησα επίσης ανούσιο, ακόμα και αποπροσανατολιστικό, και γι’ αυτό το απέφυγα, να καταφύγω σε μια –ίσως πιο ανώδυνη– επιμέρους, περιφερειακή και επιφανειακή κριτική πλευρών της δράσης του ΚΚΕ ή σε γενικό σχολιασμό της τρέχουσας επικαιρότητας με υπαινιγμούς και μισόλογα, χωρίς όμως να θίξω άμεσα και ξεκάθαρα την ουσία, το βασικό πρόβλημα που γεννά και τα υπόλοιπα, το κομματικό πρόβλημα, την σοβαρή εκτροπή του ΚΚΕ.

Για εμένα είναι –και ήταν από καιρό– ξεκάθαρο ότι αν και όσο, σε μια χώρα, υπάρχει Κομμουνιστικό Κόμμα που διατηρεί στοιχειωδώς τα επαναστατικά χαρακτηριστικά του, το σωστό για κάθε κομμουνιστή είναι να δίνει τη μάχη για την υπεράσπιση και προώθηση της υπόθεσης της εργατικής τάξης μέσα από τις γραμμές αυτού του Κόμματος ή ακόμα και αν –για κάποιο λόγο– βρεθεί εκτός, να συνεχίσει να θεωρεί και να αναγνωρίζει το ΚΚ ως τον φορέα που θα οργανώσει τη σχετική συζήτηση και δράση. Ξεκαθαρίζοντας βέβαια ότι με αυτή τη διατύπωση σε καμία περίπτωση δεν εννοώ πως ο κομμουνιστής οφείλει ή έστω δικαιούται να απεμπολήσει την προσωπική του ευθύνη και συμβολή αλλά ότι το παραγωγικότερο είναι να την κατευθύνει καταρχήν και με επιμονή προς το ΚΚ και μέσω του ΚΚ.

Θεωρώ ότι το ΚΚΕ, πλέον ξεκάθαρα και κραυγαλέα,
δεν πληροί αυτές τις προϋποθέσεις.

Όχι μόνο παλιότερες και σοβαρές αποφάσεις και αναλύσεις έχουν τεχνηέντως παραγκωνιστεί και αντικατασταθεί από άλλες, αλλά και το ίδιο Πρόγραμμα και το Καταστατικό τα οποία  τυπικά δεν έχουν αλλάξει, καθημερινά ακυρώνονται έργω και λόγω. Υπάρχει απομάκρυνση από την θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού και τις παραδόσεις του ΚΚΕ και του διεθνούς κομουνιστικού κινήματος.

Αποδεικνύεται κάθε μέρα και περισσότερο οτι η λειτουργία του ΚΚΕ καμία σχέση δεν έχει πλέον με το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, τη συλλογικότητα, τη συντροφικότητα, την ουσιαστική τακτική και έκτακτη λογοδοσία της καθοδήγησης προς τη βάση.

Τα τελευταία χρόνια με δόλια μέσα, με αυτό που –εξ’ ιδίων κρίνοντας– αφειδώς προσάπτουν σε όποιον τους αντιστέκεται, δηλαδή με τον πιο βρώμικο φραξιονισμό άνθρωποι που ιδεολογικά, πολιτικά και ηθικά ήταν (ή εξελίχθηκαν σε) λαθρεπιβάτες στο ΚΚΕ έχουν μετατραπεί σε τιμονιέρηδες και κουμανταδόρους.

Ό,τι θετικό διασώζεται από την 90χρονη ιστορία του ΚΚΕ είναι δυστυχώς εγκλωβισμένο σε ατομικό επίπεδο μέσα στη συνείδηση χιλιάδων μελών, στελεχών και οπαδών, κυκλωμένο και απειλούμενο από την σημερινή λειτουργία και δράση του ΚΚΕ.

Επομένως θεωρώ ότι δεν υπάρχει άλλη λύση, για εμένα αλλά και για κάθε άλλο κομμουνιστή που έχει βρεθεί σε αντίστοιχη θέση με εμένα, δηλαδή έξω από τις γραμμές του ΚΚΕ, από το να ανοίξει τον προβληματισμό του και τη συζήτηση για την υπεράσπιση και διάσωση της υπόθεσης της εργατικής τάξης, όχι μόνο με κάθε κομμουνιστή και συνεπή αγωνιστή, αλλά και μπροστά σε όλη την εργατική τάξη και το λαό, τους οποίους άμεσα και καταρχήν αυτή η υπόθεση αφορά, και των οποίων τα συμφέροντα το Κομμουνιστικό Κόμμα οφείλει να υπηρετεί.

Παρακάτω θα δώσω συνοπτικά το πώς εγώ βίωσα και συνειδητοποίησα την εκτροπή του Κόμματος τα τελευταία χρόνια. Όσα γράφω κάτω από τον αντίστοιχο τίτλο που ακολουθεί είναι σε γενικές γραμμές η πολιτική ουσία του μεγαλύτερου μέρους του τελευταίου γράμματος μου προς την ΚΕ και την ΕΚΕ (Μάης 2010), που ανέφερα παραπάνω. Δεν θεωρώ απαραίτητο ή προτιμότερο να δημοσιεύω αυτούσιο το κείμενο γιατί αυτό γράφτηκε πριν 21 μήνες για να  απευθυνθεί σε κομματικά όργανα και είχε τις ανάλογες διατυπώσεις. Η δημοσίευση του πρωτοτύπου θα είχε μόνο εγκυκλοπαιδική αξία «για τα πρακτικά» και τελικά επιλογή της δημοσίευσης του παραμένει πάντα στην ευχέρεια του συγγραφέα ή/και του αποδέκτη.

Στην παρούσα δημοσίευση δε θα επεκταθώ στα πολλά και σημαντικά γεγονότα των 21 μηνών (Μάης 2010 – Φλεβάρης 2012) που μεσολάβησαν.  Θα πω μόνο ξανά ότι κατά τη γνώμη μου όχι απλώς επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις για εκτροπή του ΚΚΕ, αλλά ξεπερνούν κάθε παλιότερη πρόβλεψη μου για τους ραγδαίους ρυθμούς επιδείνωσης της.

Με βάση όσα αναπτύσσω δημόσια σήμερα για το κεντρικό αυτό θέμα υπάρχει πλέον η δυνατότητα στο μέλλον για διατύπωση της άποψης μου σχετικά με επιμέρους πτυχές ή νέες εξελίξεις.

“Για την ανησυχητική κατάσταση και πορεία του Κόμματος,
για την κυριολεκτικά τρομακτική προοπτική του, όπως προδιαγράφεται”

Γράμμα προς την Κεντρική Επιτροπή και την Επιτροπή Κομματικού Ελέγχου του ΚΚΕ (Μάης 2010)

Θέλω να τονίσω ότι ποτέ μου δεν υπήρξα καχύποπτος, και πολύ περισσότερο μέσα στην ΚΝΕ και στο Κόμμα. Πάντα έλεγα τη γνώμη μου καλοπροαίρετα και ανοιχτά. Χρειάστηκε τα γεγονότα να με τραβήξουν αρκετές φορές από το μανίκι, η πραγματικότητα να μου δώσει αρκετές σφαλιάρες, για να καταλήξω τα τελευταία χρόνια στο συμπέρασμα ότι γεγονότα και εξελίξεις μέσα στο ΚΚΕ που με ανησυχούσαν και με ενοχλούσαν δεν ήταν πλέον μεμονωμένες αδυναμίες αλλά ότι υπήρχε ένα κεντρικότερο, σοβαρό πρόβλημα.

Στην πορεία τον πραγμάτων και εκ των υστέρων καταλάβαινα και προγενέστερες εξελίξεις και περιστατικά πιο βαθιά, ώριμα, ολοκληρωμένα και εύστοχα από ότι όταν είχαν συμβεί.

Σίγουρα, το γεγονός ότι συμμετείχα από το Μάη του 1997 έως και το Μάη του 2006 στο Κεντρικό Συμβούλιο (ΚΣ) της ΚΝΕ (και από το τέλος του 2001 και στο Γραφείο του ΚΣ) καθώς και στη συνέχεια στο Τμήμα Μαζικής Διαφώτισης της ΚΕ του ΚΚΕ μέχρι και τον Ιούνη του 2009, μου έδωσε τη δυνατότητα να δω και να γνωρίζω πράγματα, πρόσωπα και καταστάσεις, νωρίτερα και πληρέστερα απ’ ότι άλλα μέλη και φίλοι του ΚΚΕ και της ΚΝΕ. Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια, την ουσία της εκτροπής μπορεί πλέον να την δει κανείς ξεκάθαρα συμμετέχοντας στο ΚΚΕ ως απλό μέλος του, δρώντας στο πλάι του ως οπαδός ή ακόμα και από τη δημόσια εικόνα του Κόμματος τα ντοκουμέντα του, τη δράση, τις παρεμβάσεις και αναλύσεις του.

Κάποιος μπορεί να πει ότι αδυναμίες και προβλήματα υπήρχαν πάντα στο ΚΚΕ και άρα ότι και στη σημερινή κατάσταση απλώς συμβαίνει το ίδιο.

Η παραπάνω εκτίμηση ισχύει όμως μόνο στο πρώτο μέρος της: προφανώς το ΚΚΕ όπως και κάθε ΚΚ ποτέ δεν υπήρξε τέλειο, όμως σήμερα βιώνουμε μια κατάσταση έξω από τα συνηθισμένα, έξω από τα ανεκτά όρια, βιώνουμε μια κατάσταση βαθιάς, αν και σχετικά “αθόρυβης”,  ΕΣΩΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ, με την έννοια της σοβαρής αλλοίωσης των κομμουνιστικών-επαναστατικών χαρακτηριστικών του.

Από την αρχή της οργανωμένης ζωή μου (το 1993) παρά τη δύσκολη κατάσταση για το Κόμμα και την ΚΝΕ (αμέσως μετά τις ανατροπές-διασπάσεις) αυτό που είχα ζήσει και με είχε διαμορφώσει ήταν ένα κλίμα συντροφικότητας, η διορθωτική παρέμβαση του συλλογικού παράγοντα στο άτομο, η διαρκής προσπάθεια πρώτα από όλα “από τα πάνω”, από την καθοδήγηση ώστε: να βαθαίνει ο προβληματισμός και το ιδεολογικο-πολιτικό κριτήριο, η εμπέδωση των αρχών λειτουργίας, να οξύνεται το κριτικό πνεύμα, να ενθαρρύνεται η υπεύθυνη προσπάθεια για διαμόρφωση και έκφραση γνώμης, ως προϋποθέσεις για να ωριμάζει το Κόμμα (και η ΚΝΕ), να βαθαίνει η εσωκομματική δημοκρατία, να εξασφαλίζεται η συνειδητή κομμουνιστική πειθαρχία. Προσπάθεια που είχε αποτελέσματα.

Δεν έχω καμία αφελώς ρομαντική εικόνα για το τι σημαίνει ΚΚ. Εννοώ ότι και τότε βεβαίως υπήρχαν περιστατικά ή και σύντροφοι που αποτελούσαν εξαιρέσεις, αλλά παρέμεναν εξαιρέσεις. Πιο ολοκληρωμένα θα έλεγα: όλοι είχαμε αδυναμίες ή και στραβές πλευρές αλλά το καθοριστικό ήταν ότι η συλλογική διαδικασία και η παρέμβαση της καθοδήγησης γενικά δρούσε διορθωτικά.

Είμαι σίγουρος ότι αυτή η εκτίμηση μου δεν ήταν αποτέλεσμα ούτε απειρίας, ούτε εφηβικού ρομαντισμού, ούτε κάποια περίεργης σύμπτωσης που με τοποθετούσε πάντα σε “ιδανικές” –άρα μη αντιπροσωπευτικές– οργανώσεις.

Τα τελευταία χρόνια, από κάποια στιγμή και μετά, συνέβαιναν πράγματα που αποτελούσαν ξάφνιασμα για εμένα. Στην αρχή αντιμετώπιζα κάθε ένα από αυτά ως σοβαρό μεν αλλά μεμονωμένο περιστατικό. Με απόλυτη εμπιστοσύνη στο Κόμμα, έθετα τα ερωτήματα, τους προβληματισμούς και τις ενστάσεις μου στα όργανα και στην καθοδήγηση. Έπαιρνα απαντήσεις που παρότι γενικά μου έδιναν δίκιο, ήταν καθησυχαστικές. Τις δεχόμουν ακριβώς στη βάση της εμπιστοσύνης μου στο Κόμμα, ότι θα λάβει μέτρα για να τις αντιμετωπίσει. Τα προβλήματα όμως εξακολούθησαν, πλήθυναν και σοβάρεψαν. Συνέχισα να τα θέτω με απόλυτα κομματικό, συντροφικό και καλοπροαίρετο τρόπο, χωρίς καμία καχυποψία, αντιμετωπίζοντας τότε ακόμα καθένα από τα θέματα ως επιμέρους. Από ένα σημείο και μετά τα ανησυχητικά φαινόμενα συνεχώς πλήθαιναν και στη σύνθεση τους αποκάλυπταν μια ενιαία άσχημη κατάσταση, προδιέγραφαν μια ανησυχητική πορεία.

Οι απαντήσεις της καθοδήγησης από καθησυχαστικές και απλώς γενικόλογες, πέρασαν στην ωραιοποίηση, μετά στην υπεκφυγή, αργότερα στη συγκάλυψη, τελικά πιο πρόσφατα έως και στην απροκάλυπτη παραπληροφόρηση ή και διαστρέβλωση της ερώτησης ή θέσης μου, συνιστούσαν συχνά ξεκάθαρη κοροϊδία.

Αυτά δεν γίνονταν μόνο με τυχαία στελέχη, έφτασαν να συμβαίνουν σε όργανα και συνεργασίες με τους τότε καθοδηγητές μου, μέλη της ΚΕ, του Πολιτικού Γραφείου (ΠΓ), μέχρι και στο ανώτατο επίπεδο με την ίδια τη Γενική Γραμματέα (ΓΓ) της ΚΕ, Α. Παπαρήγα.

Κάποια στιγμή βεβαιώθηκα ότι αυτές οι αρνητικές εξελίξεις στο Κόμμα δεν είναι τυχαίες. Όχι μόνο γιατί μια “σύμπτωση” που συμβαίνει συστηματικά δεν μπορεί να εξετάζεται πλέον ως σύμπτωση, όχι μόνο γιατί η σκοπιμότητα επιβεβαιώνεται και από την σχετική εκστρατεία συγκάλυψης που εξελίσσεται, αλλά και γιατί περιστατικά που είχαν να κάνουν με στάσεις, συμπεριφορές, εκπτώσεις ή και παραβιάσεις στη λειτουργία “έδεναν” πλέον εντυπωσιακά με εκτροπές στην καθημερινή δράση του Κόμματος, με εκτροπές σε αναλύσεις και ντοκουμέντα.

Δημιουργούσαν ήδη μια επικίνδυνη κατάσταση για το ΚΚΕ, για την προοπτική του ακόμα και για την ύπαρξη του ως Κομμουνιστικού Κόμματος.

Αυτά που παρουσιάζω παρακάτω είναι απλώς ενδεικτικά, υπάρχουν άπειρα επιπλέον παραδείγματα στην ίδια κατεύθυνση.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ στο ΚΙΝΗΜΑ και στις ΜΑΖΕΣ

Εδώ και κάποια χρόνια στην καθημερινή δράση του ΚΚΕ σε όλα τα επίπεδα της ταξική πάλης (ιδεολογικό-πολιτικό-οικονομικό) τόσο αυτοτελώς ως Κόμμα όσο και στη δράση μέσα από συσπειρώσεις, μαζικούς φορείς και συνδικάτα υπάρχει απομάκρυνση από το Πρόγραμμα, τους Κλασσικούς του Μαρξισμού Λενινισμού, τις παραδόσεις του ελληνικού και διεθνούς κομουνιστικού και εργατικού κινήματος.

Εργατικό-λαϊκό κίνημα

(αναφέρομαι εδώ έως και τις απεργίες και κινητοποιήσεις του Μάη 2010, αλλά και την Πανελλαδική Κομματική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ «για τη δουλειά στην εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό της κίνημα»  που έγινε το Μάρτη 2010)

 Αμέσως μετά το ξεπέρασμα της κρίσης με το ΣΥΝ το 1992  και σε όλη τη δεκαετία του ’90 δώσαμε σκληρές μάχες και είχαμε σοβαρά αποτελέσματα σε συνθήκες ανασυγκρότησης και με λιγοστές (αλλά αυξανόμενες δυνάμεις –ειδικά στη νεολαία και στις νεότερες ηλικίες) προκειμένου να μη σαρωθεί ολοκληρωτικά το κίνημα όπως έγινε σε άλλες χώρες μετά τις ανατροπές του ‘89-’91.

Είχαμε διαμορφώσει –βασιζόμενοι στο Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου (1996)– ένα πλαίσιο πάλης που (παρότι προφανώς είχε περιθώρια βελτίωσης) από την αρχή δεν περιοριζόταν απλά στην παράθεση αιτημάτων αλλά αποτελούσε εργαλείο: α) για να συσπειρώνουμε πλατύτερες μάζες στη δράση β) για να ανοίγει και να βαθαίνει η αντιπαράθεση με την κυρίαρχη ιδεολογία, το μοντέλο ανάπτυξης κλπ.

Από την αρχή –και πριν την ίδρυση του ΠΑΜΕ– ανοίγαμε σκληρό και επίμονο μέτωπο στο εργοδοτικό-κυβερνητικό συνδικαλισμό, στον κοινωνικό εταιρισμό, στη μοιρολατρία. Και μάλιστα, όχι μόνο με αντιπαράθεση μέσα στα όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος (σ.κ.), αλλά και προσπαθώντας να οργανώνουμε άμεσα την πάλη.

Από την αρχή –και πριν τη συγκρότηση του ΠΑΜΕ– ξεκαθαρίσαμε ότι δεν μας δεσμεύουν οι συμβιβασμένες πλειοψηφίες, ότι μπροστά στα οξυμένα προβλήματα, στην αντιλαϊκή λαίλαπα θα προσπαθούμε να οργανώσουμε με πληθώρα τρόπων της εργατική-λαϊκή άμυνα και αντεπίθεση. Τα μέλη του Κόμματος και πλατύτερα οι δυνάμεις της ΕΣΑΚ προώθησαν το συντονισμό ανάμεσα σε ομοσπονδίες, Εργατικά Κέντρα., σωματεία, επιτροπές αγώνα, με υπογραφές, ανεξάρτητα και σε κόντρα με τις αναλύσεις, το πλαίσιο πάλης και το πρόγραμμα δράσης (ή αδράνειας) συμβιβασμένων-ξεπουλημένων πλειοψηφιών.

Έτσι, με πυρήνα τις κομματικές δυνάμεις αλλά και την ΕΣΑΚ (Ενιαία Συνδικαλιστική Αγωνιστική Κίνηση) γνωρίζαμε και κινητοποιούσαμε, όλο και πλατύτερες μάζες που συσπειρώνονταν είτε πιο μόνιμα (ΕΣΑΚ, συνεπή σωματεία κλπ) είτε πιο ευκαιριακά, μάζες οι οποίες αποκτούσαν έτσι αγωνιστικές εμπειρίες. Έτσι σε αυτό τον κόσμο ανεβάζαμε το κύρος μας, χτίζαμε δεσμούς εμπιστοσύνης και επικοινωνίας, ώστε σε συνδυασμό και με την αυτοτελή ιδεολογική και πολιτική δουλειά μας, να βοηθάμε να πάνε ένα βήμα πιο πέρα την πείρα τους από την πάλη ακόμα και για το πιο απλό θέμα, να αμφισβητήσουν κυρίαρχα ιδεολογήματα, να βγάζουν πολιτικά-ιδεολογικά συμπεράσματα.

Αντίστοιχα, είχαμε καθοριστική συμβολή στην ανάπτυξη των αγώνων, και δίναμε σε μεγάλο βαθμό το στίγμα σε άλλα μέτωπα πάλης όπως για την ειρήνη, ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και την εμπλοκή της χώρας σε αυτές, για τα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες. Πετύχαμε να κινητοποιήσουμε και να εκφράσουμε κάτω από τα πανό και με τα συνθήματα μας πλατιές μάζες σε κρίσιμες στιγμές (ενδεικτικά: πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Ιράκ, “τρομοκρατία” κλπ), να δίνουμε τον τόνο συνολικά στο κίνημα.

Παράλληλα, ως Κόμμα και ΚΝΕ υπερασπίζαμε, προβάλλαμε, προπαγανδίζαμε και ζυμώναμε, όλα τα χρόνια, με κάθε τρόπο, συνεχώς και παντού το σύνολο της πολιτικής μας, τους δύο δρόμους ανάπτυξης, την πρόταση διεξόδου, τη δυνατότητα-αναγκαιότητα και  προοπτική του Αντιμονοπωλιακού, Αντιμπεριαλιστικού, Δημοκρατικού Μετώπου, της Λαϊκής Εξουσίας-Οικονομίας, του Σοσιαλισμού.

Αυτή η εμπειρία δεν μπορεί ούτε να ξεχνιέται, ούτε να υποβαθμίζεται.

Το ΠΑΜΕ πριν 12 περίπου χρόνια ιδρύθηκε υποτίθεται με σκοπό να πάει την προσπάθεια αυτή στον εργατικό κίνημα ένα βήμα παραπέρα. Με βάση τη σχετική Κομματική Συνδιάσκεψη του 2002 «είναι μια ιδιότυπη μορφή συσπείρωσης, ανώτερη μορφή συντονισμού». Άσχετα με το αν η ίδρυση του ήταν μονόδρομος ή όχι, θα περίμενε κανείς ότι, αφού ιδρύθηκε με τον παραπάνω σκοπό, αυτονόητα θα έπρεπε τουλάχιστον:

α) να συντονίσει πιο αποτελεσματικά όποιο συνδικαλιστικό φορέα ελέγχουμε ή επηρεάζουμε σοβαρά, σταθερά να προσπαθεί να συσπειρώσει φορείς στους όποιους είμαστε αδύναμοι αλλά που έστω και συγκυριακά υπάρχουν διαθέσεις

β) να επιδιώξει να καλύψει με νέα σωματεία χώρους όπου υπάρχουν πραγματικά κενά στη συνδικαλιστική οργάνωση (πχ άνεργοι, “ευέλικτοι”, συμβασιούχοι, νέοι κλάδοι)

γ) να συμβάλει με τη γενική δράση του ώστε να υποστηρίζεται η παρέμβαση των ριζοσπαστικών, συνεπών δυνάμεων (κομμουνιστές, ΕΣΑΚ κλπ) σε χώρους όπου κυριαρχούν οι συμβιβασμένες δυνάμεις ώστε να απαγκιστρώνονται οι εργαζόμενοι και να ανατρέπεται ο αρνητικός συσχετισμός.

Με βάση όλα αυτά, γίνεται σαφές ότι το ΠΑΜΕ δεν μπορεί να είναι κομματικό παράρτημα. Από τη φύση του, πέρα από την ενότητα και την κοινή δράση, με βάση το ιδρυτικό («προγραμματικό» ας πούμε) πλαίσιο του, ενέχει και τη διαπάλη των κομμουνιστών αλλά και πλατύτερα όσων σταθερά συσπειρώνονταν στην ΕΣΑΚ με άλλες δυνάμεις που συμμετέχουν:

α) είτε εργαζόμενοι σε ατομικό επίπεδο: προφανώς πρώτα και κύρια οπαδοί και συμπαθούντες του Κόμματος, εργαζόμενοι ανένταχτοι ή ψηφοφόροι/οπαδοί/μέλη άλλων κομμάτων, συνδικαλιστές-μετατοπίσεις από άλλες παρατάξεις οι οποίες συνολικά και επίσημα δε στηρίζουν το ΠΑΜΕ ή και συγκροτημένα οπαδοί άλλων χώρων (όπως στην αρχή ΔΗΚΚΙ, Κομ. Ανανέωση κλπ).

β) σε επίπεδο συνδ. οργανώσεων σωματεία όπου έχουμε ή δεν έχουμε αυτοδυναμία, όπου έχουμε ή δεν έχουμε ισχυρή παρέμβαση αλλά συσπειρώνονται έστω ευκαιριακά στο ΠΑΜΕ

Προκύπτουν επομένως πολλά ερωτήματα:

Πώς αλληλεπιδρούμε εμείς, τα μέλη του ΚΚΕ με όλους αυτούς?

Πώς εκφράζονται όλοι αυτοί?

Πώς διαμορφώνεται ο συσχετισμός?

Πώς όλοι μαζί αποφασίζουμε?

Πώς οργανώνεται πρωτόβουλα και συλλογικά η δράση σε όλα τα επίπεδα?

Το ΠΑΜΕ μετά από 12 χρόνια δεν έχει καμία ζωντανή λειτουργία και μάλιστα όχι μόνο για τις πλατύτερες μάζες στις οποίες υποτίθεται ότι απευθύνεται αλλά ούτε καν για την κομματική βάση. Μερικούς μήνες πριν στείλω την επιστολή (το χειμώνα 2009-2010) έγιναν «συνδιασκέψεις του ΠΑΜΕ» σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και αλλού για τις οποίες (τουλάχιστον εγώ και η τότε ΚΟΒ μου) μάθαμε εκ των υστέρων από το «Ριζοσπάστη» και τον 902. Και απ’ ότι αποδείχτηκε δεν ήμασταν εμείς η εξαίρεση αφού όταν ρώτησα σχετικά την καθοδήγηση σε συνεργασία μου είπαν: «δεν ξέρουμε αν και σε ποιους κλάδους έγιναν διαδικασίες στη βάση…» (πάντως γενικά) «…το Κόμμα διατάσει τα στελέχη του και οι συνδιασκέψεις του ΠΑΜΕ επικυρώνουν δια βοής» (!!!).

Ποιος όρισε τους αντιπροσώπους σε αυτές τις συνδιασκέψεις?

Σε ποιον δίνουν λόγο?

Αυτό το σχήμα αποδεικνύεται, τελικά, σοβαρά προβληματικό. Ακόμα και με την πρώτη ματιά φαίνεται ότι προϋποθέτει είτε επιβολή της κομματικής γραμμής και άρα τελικά αποκλεισμό όποιου δεν είναι ΚΚΕ, είτε “κομπρεμί” σε επίπεδο κορυφών με άλλες ομάδες δηλαδή και πάλι αποκλεισμό του απλού εργαζομένου.

Το βασικότερο όμως είναι ότι δεν προηγείται, ούτε ενθαρρύνεται η “από τα κάτω” συσπείρωση, συζήτηση, προβληματισμός, συλλογική λειτουργία. Δεν υπάρχει χώρος, δομή, διαδικασία –τελικά επειδή προφανώς δεν υπάρχει πρόθεση– για συσπείρωση και ενεργητική, πρωτόβουλη δραστηριοποίηση, όχι μόνο πλατύτερων δυνάμεων αλλά ούτε καν των Κομματικών Μελών.

Καταλήγει τελικά σε τραγελαφικές καταστάσεις όπου το ΠΑΜΕ που υποτίθεται ότι συσπειρώνει, συντονίζει και εκφράζει δυνάμεις πολύ πλατύτερες από την ΕΣΑΚ (ακόμα και σωματεία-ομοσπονδίες όπου συμμετέχουν ως μειοψηφία άλλες δυνάμεις) να καλεί στις εκλογικές αναμετρήσεις να υπερψηφιστεί το ψηφοδέλτιο της ΕΣΑΚ (!!!).

Στην τότε συνεργασία μου (που προανέφερα) με το Γραφείο της ΚΟΒ και το Αχτιδικό Γραφείο όπου ανάμεσα στα άλλα ρωτούσα αν είναι το σωματείο του χώρου (ΣΜΤ) κλαδικό ή ομοιοεπαγγελματικό, τοπικό ή πανελλαδικό, ποια είναι η απαρτία και γιατί αποδεχόμαστε να παραβιάζεται, αν το ΔΣ μπορεί να αποφασίσει για απεργία ή χρειάζεται απόφαση ΓΣ, γιατί δε μαζεύεται ποτέ να συζητήσει η ΕΣΑΚ, το ΠΑΜΕ ή έστω οποιαδήποτε συσπείρωση μας στο χώρο, μου απάντησαν «τι ασχολείσαι με τα τυπικά;» και «μη σε απασχολεί το Σωματείο, μην κολλάς στο Σωματείο, άλλωστε εμείς δε  συσπειρώνουμε στο σωματείο, στο ΠΑΜΕ συσπειρώνουμε με την πολιτική μας». Αυτά είναι πράγματα απαράδεκτα. Και στα περισσότερα σωματεία που ελέγχει το ΠΑΜΕ με βάση τις κατά καιρούς ενημερώσεις τα πράγματα δεν είναι καλύτερα.

Βεβαίως το παραπάνω σχήμα είναι αρκετά βολικό για του ιθύνοντες προκειμένου να διαχειρίζονται και να ωραιοποιούν την κατάσταση: Αποφασίζει η Κομματική καθοδήγηση, επικυρώνει “από τα πάνω” η Εκτελεστική Γραμματεία (ΕΓ) του ΠΑΜΕ και τα σκυλιά δεμένα. Έφτασε η κατάσταση (το 2010) να καλεί το ΠΑΜΕ σε απεργία όχι μόνο χωρίς αποφάσεις σωματείων αλλά και χωρίς να μπει στον κόπο να απευθυνθεί, να πείσει και να οργανώσει τις μάζες. Απλώς τις καλεί (τις μάζες) από τον 902, το Ριζοσπάστη και το site του και ανάλογα με την αντίδραση τους τις χαιρετίζει ή (τις περισσότερες μάζες) τις καταγγέλλει ως απεργοσπάστες και «αντικειμενικά συμμάχους της αστικής τάξης».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα: σε μέρες του υποτιθέμενου «ξεσηκωμού» και «κλιμάκωσης» (που κατά το ΚΚΕ ακόμα κλιμακώνεται), η οργάνωση της δράσης για την κινητοποίηση του ΠΑΜΕ έμπαινε στην ΚΟΒ μου και μάλιστα σε γραπτή εισήγηση τεσσάρων (4) σελίδων (γιατί προφορικά ήταν ήδη συνηθισμένο να μπαίνει έτσι) σε ένα “bullet”, στο τέλος με την εξής διατύπωση: «να φέρουμε  τους οπαδούς μας στην εκδήλωση για το Μπελογιάννη και στο συλλαλητήριο του ΠΑΜΕ». Αυτή είναι λοιπόν η φιλοδοξία στον «εργατικό ξεσηκωμό», να φέρουμε τους οπαδούς.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη (Μάρτης 2010) «για την εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό της κίνημα» σε όλα αυτά δεν έδωσε λύσεις αντίθετα σε πολλά θέματα κατοχύρωσε παρεκκλίσεις. Καθόλου τυχαίος δεν είναι και ο τρόπος με τον οποίο έγινε η συνδιάσκεψη. Δηλαδή:

  • «με τη διαδικασία του κατεπείγοντος»,
  • χωρίς προσωπικό αντίτυπο της εισήγησης για κάθε Κομματικό Μέλος (έστω περιφρουρημένο) κάτι που δε βοηθά ούτε τη μελέτη, ούτε τη συζήτηση,
  • χωρίς να δημοσιευτεί κείμενο θέσεων,
  • χωρίς να γίνει δημόσιος διάλογος.
  • και –τελευταίο αλλά σημαντικό– με βάση την επίσημη ενημέρωση χωρίς να συζητήσουν και να τοποθετηθούν όλες οι ΚΟΒ του ΚΚΕ παρά μόνο οι εργατικές-κλαδικές. Λες και οι κομμουνιστές οι οποίοι βρίσκονται στις εδαφικές ΚΟΒ (που επιπλέον έτσι και αλλιώς πολύ μεγάλο κομμάτι τους είναι εργάτες) είναι β’ κατηγορίας και δεν έχουν λόγο για το κεντρικότατο ζήτημα της δουλειάς του Κόμματος στην εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό της κίνημα.

Θα πει κανείς ότι το Καταστατικό δεν επιβάλει ρητά δημοσίευση Θέσεων και Δημόσιο Διάλογο για τις Πανελλαδικές Συνδιασκέψεις, αλλά από την άλλη ούτε για το Συνέδριο επιβάλει ρητά κάτι τέτοιο, όμως ξέρουμε ότι όχι μόνο στα Συνέδρια αλλά και σε άλλες Πανελλαδικές Συνδιασκέψεις (πχ για το Σοσιαλισμό το ’95, για τη νεολαία το 2005) δημοσιεύτηκαν Θέσεις, έγινε Δημόσιος Διάλογος και με βάση αυτά διαμορφώθηκε η εισήγηση της ΚΕ προς τη Συνδιάσκεψη.

Τι είχε να φοβηθεί το Κόμμα από μια τέτοια διαδικασία ;

Δεν θα ήταν πιο πλούσια ;

Μήπως περιείχε η εισήγηση κάποιες πολύ ευαίσθητες εσωκομματικές πληροφορίες ;

Και αν τελικά περιείχε δε μπορούσαν, όπως άλλες φορές, αυτές και μόνο να δοθούν σε ένα εσωκομματικό παράρτημα και όλα τα πολιτικά ζητήματα να εκτεθούν πλατιά και δημόσια στην εργατική τάξη ;

Το ότι η Απόφαση που δημοσιεύτηκε δεν ήταν ολόκληρη αλλά υπήρχαν και κάποια απόρρητα κομμάτια «που μπορεί να τα ζητήσει και να τα διαβάσει κανείς όποτε θέλει» το μάθαμε πάνω από ένα (1) μήνα μετά τη δημοσίευση της Απόφασης, ενώ είχαν προηγηθεί συνεδριάσεις της ΚΟΒ (εν μέσω «εργατικού ξεσηκωμού») όπου ήδη κάποιοι είχαμε ακούσει “τα σκολιανά μας” γιατί «δεν είχαμε αφομοιώσει την απόφαση» ενώ δεν είχε γίνει (ούτε τελικά έγινε) κάποια ανάλυση-συζήτηση της.

Θεωρώ ότι τα παραπάνω δεν ήταν τυχαία και είχαν να κάνουν με το φόβο αντιδράσεων από σημαντικό μέρος του κομματικού δυναμικού.

Όπως είχα πει τότε και στην ΚΟΒ μου τα κείμενα τις Συνδιάσκεψης χαρακτηρίζονταν σε πολλά σημεία από ασάφεια και περιλάμβαναν διάφορες εκδοχές, έτσι που να ερμηνεύονται όπως βόλευε κατά περίπτωση. Αντί να αναδείξει τα προβλήματα και τις παρεκκλίσεις τα συγκάλυψε και ήρθε εν ολίγοις να μας πει (ή καλύτερα η εισήγηση να υπονοήσει-υποβάλει και η απόφαση να επιβάλει) ότι:

  • από παλιά (έτσι γενικά και αόριστα) υπάρχει στις γραμμές μας μια κακή παράδοση οικονομισμού με την οποία πρέπει να ξεμπερδεύουμε,
  • ότι τα συνδικάτα (ας είναι και σφραγίδες) πρέπει να έχουν οπωσδήποτε και εξαρχής πλαίσιο πάλης το σοσιαλισμό άσχετα αν το αποδέχεται ο κόσμος και άσχετα αν προσπαθούμε να τον πείσουμε
  • ότι το βάρος της δουλειάς μας πρέπει να πέσει στην ιδεολογική διαφώτιση ως προϋπόθεση για τη δράση στη λογική, δηλαδή: πρώτα θα τους πείσουμε για το σοσιαλισμό και μετά θα κατεβούν στην απεργία.

Πράγματα που είναι ενσωματωμένα στην εμπειρία και πρακτική του Κόμματος και του Κομμουνιστικού Κινήματος εδώ και δεκαετίες, πράγματα διατυπωμένα, τεκμηριωμένα, δοκιμασμένη από την εποχή της Κομμουνιστικής Διεθνούς ή και του Λένιν εδώ και 100 χρόνια, “επαναδιατυπώνονται” (πχ το τι είναι ταξική πάλη, ότι συνίσταται από την οικονομική, πολιτική, ιδεολογική και τι στραβό συμβαίνει όταν κάποιος ξεχνά ή αντίστροφα κάνει φετίχ κάποιο από τα τρία).

Και εδώ δεν υπάρχει κανένα δογματισμός – κάθε άλλο. Αν κάποιος νομίζει ότι βασικά χαρακτηριστικά  του ΚΚ πρέπει να αλλάξουν ή ότι μπορεί να τα διατυπώσει καλύτερα οφείλει: α) να το πει ξεκάθαρα β) αν μπορεί να το τεκμηριώσει. ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ όμως να πάει να το επιβάλλει “στα μουλωχτά”.

Σε πολλά σημεία των κειμένων (εισήγηση και απόφαση) αναφερόταν, συνήθως γενικά και αόριστα, ότι υπάρχουν πρακτικές και αντιλήψεις που είναι λανθασμένες με αποτέλεσμα να καλλιεργείται η εντύπωση ότι επί δεκαετίες ήμασταν και “ολίγον οπορτουνιστές”. Σε καμία περίπτωση δεν λέω πώς ότι έχουμε πει και κάνει κατά καιρούς είναι σωστό, αλλά η γενικότητα, η ασάφεια και η αλαζονεία στην παραπάνω εκτίμηση ανοίγει το δρόμο ώστε εκ των υστέρων να εκκαθαριστούν και να ανανεωθούν εν λευκώ και συλλήβδειν πρακτικά τα πάντα: στελέχη, θέσεις και λοιπά  «βαρίδια».

Μια ακραία και εκχυδαϊσμένη εκδοχή των παραπάνω απόψεων πριν καν ακόμα εγκριθούν από τη Συνδιάσκεψη εξέφραζε το μέλος της ΚΕ, Μάκης Παπαδόπουλος τόσο στην ΚΟΒ όσο και δημόσια (πχ στη Γ. Συνέλευση του Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών 5/2/10 όπου είπε ανάμεσα στα άλλα):

«Το πόσοι θα βγούμε εξόρμηση και το σε πόσους θα απευθυνθούμε είναι πρόβλημα τεχνικό, οργανωτίστικο, το πρόβλημα του σωματείου και του κινήματος δεν είναι οργανωτικό.

Δηλαδή αν πάμε σε περισσότερους εργαζόμενους θα έχουμε καμιά φοβερή ανάπτυξη του κινήματος;

Για να απεργήσει ο εργαζόμενος δε φτάνει να τον βρούμε, αυτό είναι το λιγότερο, φταίει η εργοδοτική τρομοκρατία και η κυβερνητική προπαγάνδα.

Τα προβλήματα δεν απαντιούνται με μεγαλύτερη δραστηριότητα, το θέμα είναι η γραμμή.»

Αυτή η αντίληψη είναι βαθειά λαθεμένη. Και η γραμμή και η επαφή με τον εργαζόμενο και η δράση μαζί του (έστω και για το πιο απλό) κάθε μια από μόνη της είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την ανάπτυξη της πάλης και της συνείδησης στην προοπτική που επιδιώκουμε.

Γραμμή και Πρόγραμμα το Κόμμα έχει εδώ και χρόνια άμα όμως μένουν κλεισμένα στο συρτάρι, άμα δεν γίνουν υλική δύναμη κατακτώντας τις μάζες δε πρόκειται να ανησυχήσουν κανέναν. Και προφανώς δε θα σπάσουν ούτε «την εργοδοτική τρομοκρατία και την κυβερνητική προπαγάνδα» με κάποιο μαγικό-μεταφυσικό τρόπο

Υποχώρηση στη δράση μελών-οργανώσεων και Ακτιβισμός

Με ευθύνη των ιθυνόντων του ΚΚΕ και της εκτροπής στον τρόπο λειτουργίας και δράσης του, υπάρχει τα τελευταία χρόνια υποχώρηση στη δράση του Κόμματος συνολικά (ως επαναστατικού κόμματος νέου τύπου) αλλά και του μέσου Κομματικού Μέλους. Αυτό είναι εμφανές στην πορεία των συσχετισμών και της συμμετοχής στο μαζικό-συνδικαλιστικό κίνημα, στη συμμετοχή σε κινητοποιήσεις-εκδηλώσεις, στη δραστηριότητα ΚΟΒ-ΟΒ, στην επαφή και κινητοποίηση οπαδών και ακόμα περισσότερο πλατύτερων μαζών, στην ανάπτυξη, στη διακίνηση του «Ριζοσπάστη» κλπ. Υπάρχει διεκπεραίωση καθηκόντων εξαντλώντας τους συνεπείς, γενικά ανοχή στους πιο χαλαρούς και κυνήγι σε όποιον έχει ενστάσεις και διαφωνίες ακόμα και αν είναι συνεπής.

Είναι αλήθεια ότι από κάποια στιγμή και μετά, κατά διαστήματα λέγονται μεγάλα λόγια σε συγκεντρώσεις και από τα κομματικά ΜΜΕ για «επιμονή στο χώρο δουλειάς» και «το ρόλο του κομμουνιστή ως οργανωτή» αλλά τελικά είναι απλά λόγια.

Στη συμβολή μου στο Δημόσιο Διάλογο για το 18ο Συνέδριο το Δεκέμβρη του 2008 εξέφραζα μια ανησυχία ότι η υιοθέτηση ενός στυλ δουλειάς με επίκεντρο καμπανιακές-ακτιβιστικές ενέργειες υποκαθιστά τη δράση όχι μόνο πλατύτερου κόσμου, συσπειρώσεων και μαζικών φορέων αλλά ακόμα και των κομματικών μελών και οργανώσεων. Όταν έγραψα το παρόν (Μάης 2010) δεν ήταν πια απλώς ανησυχία αλλά βεβαιότητα, που τεκμηριώνεται και με τα παραπάνω. Η υποχώρηση στη συνολική δράση επιχειρούνταν να συγκαλυφθεί (πέρα από την ωραιοποίηση-παραπληροφόρηση και) με Ακτιβισμούς, που είχαν ήδη γίνει κύρια μορφή εμφάνισης και που υλοποιούνται πχ στο λεκανοπέδιο από 200-300, το πολύ, ανθρώπους που ήταν:

α) επαγγελματικά στελέχη

β) συνδικαλιστές αποσπασμένοι από την παραγωγή

γ) ένας μικρός σκληρός πυρήνας φοιτητών (από όσους παραμένουν δραστήριοι από το συνολικό αριθμό που φθίνει τραγικά) οι οποίοι έχουν ακούσια μετατραπεί σε μόνιμους κομπάρσους, σε ρόλο εργάτη.

Ο ακτιβισμός ομολογούνταν απροκάλυπτα. Δήλωνε στα ΜΜΕ μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και της Εκτελεστική Γραμματείας (ΕΓ) του ΠΑΜΕ σε μια  κατάληψη του Υπουργείου Εργασίας: «λες και πρέπει να ξέρει ο κοσμάκης τι είναι τα spread», «κάνουμε αυτή την κινητοποίηση για να ευαισθητοποιήσουμε την κοινή γνώμη», προσέξτε νόημα και ορολογία («ο κοσμάκης» που δε χρειάζεται να ξέρει, «να ευαισθητοποιήσουμε την κοινή γνώμη»). Και «μας φοβούνται», «το μήνυμα έφτασε στους αποδέκτες του» (δηλώσεις εκπροσώπου επιτροπής ανέργων ΠΑΜΕ) όπου το μήνυμα ήταν τα 100-150 άτομα που συγκεντρώθηκαν έξω από την κατάληψη του υπουργείου εργασίας.

Μέσα στο 2010 στα πλαίσια και των απεργιών, κάπως περισσότερες κομματικές δυνάμεις (σε καμιά περίπτωση το σύνολο ή έστω η πλειοψηφία) πήγαιναν μια στο τόσο σε κάποια περιφρούρηση της απεργίας αλλά για το τι κάνει ο καθένας στο χώρο εργασίας του, πώς κινητοποιεί-συσπειρώνει πλατύτερα εργαζόμενους κανείς δεν ασχολείται.

Η υποχώρηση αυτή γίνεται προσπάθεια να συγκαλυφθεί και με την επίκληση κάποιων ασαφών και απροσδιόριστων «ποιοτικών» (υποτίθεται) κριτηρίων και δεικτών ενάντια στην «πεζή αριθμητική» και μάλιστα στο όνομα της διαλεκτικής. Όσο όμως αντιδιαλεκτικό είναι να θεοποιείται η ποσότητα άλλο τόσο είναι και να αγνοείται. (βλέπε και παρακάτω για τη λειτουργία)

Βασική μέθοδος επικοινωνίας με τις μάζες έχει καταλήξει να είναι η κάθε 3-4 μέρες συνέντευξη τύπου της ΓΓ της ΚΕ επί παντός επιστητού.

Ενώ γενικά κατέληξαν (μέχρι την εξαφάνιση τους η ΕΣΑΚ, η ΠΚΣ και πλέον μόνο) οι ΠΑΜΕ, ΜΑΣ, ΟΓΕ, ΠΑΣΕΒΕ, ΠΑΣΥ να ασχολούνται με τη λαϊκή εξουσία και το σοσιαλισμό, ενώ το ΚΚΕ και η ΚΝΕ να κάνουν αραιά και που καμιά συναυλία, καμιά πικετοφορία για να ενημερώσουν για την απεργία, αποκλεισμούς στα διόδια και έκτακτες αντιπολεμικές κινητοποιήσεις για τα μάτια του κόσμου.

Το τελευταίο διάστημα βέβαια ακόμα και οι ακτιβισμοί έχουν περιοριστεί σημαντικά.

 ΚΝΕ

Η ΚΝΕ από την Ανασυγκρότηση της το ’93 άρχισε να βάζει ξανά σφραγίδα στους νεανικούς αγώνες:

  • Από νωρίς στους μαθητές πετυχαίνοντας σοβαρή ανάπτυξη, ζύμωση, αυξανόμενη κινητοποίηση και σοβαρές κορυφώσεις (πχ το ‘98-’99, αργότερα στα αντιπολεμικά κλπ).
  • Στους φοιτητές-σπουδαστές με σοβαρή οικοδόμηση σχεδόν από το μηδέν, οπότε από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 χωρίς να έχουμε ανατρέψει την κατάσταση στο φοιτητικό-σπουδαστικό κίνημα (φ/σ-κ) πάψαμε να είμαστε στη γωνία, καταφέραμε να ζυμώνουμε πλατύτερα και σοβαρά την θέση μας, να αυξήσουμε τα ποσοστά μας, τους συλλόγους όπου οι Γενικές Συνελεύσεις (ΓΣ) υιοθετούσαν το πλαίσιο μας και να προκαλούμε κινητοποιήσεις. Καταλήξαμε μετά το 2000 να υπάρχουν τα συντονιστικά αγώνα σε ΑΕΙ και ΤΕΙ που παρά το εμβρυακό στάδιο και τις αδυναμίες τους ήταν μια σημαντική κατάκτηση σε συνθήκες που ήμασταν, η μόνη δύναμη η οποία ουσιαστικά επιδίωκε και προκαλούσε συζήτηση, ζύμωση και κινητοποίηση σε ΑΕΙ-ΤΕΙ.
  • Στους νέους εργαζόμενους υπήρχε από νωρίς προσπάθεια για ανάπτυξη της δουλειάς, η οποία αντικειμενικά άρχισε να δίνει πιο εμφανώς καρπούς όταν από τις πολλές χιλιάδες μέλη της ΚΝΕ που είχαν στρατολογηθεί και διαπαιδαγωγηθεί στους χώρους της εκπαίδευσης πολλά πέρασαν στην παραγωγή και αρκετά παρέμειναν δραστήρια.
  • Υπήρξε σημαντική συμβολή της νεολαίας στα πλαίσια των μετώπων του μαζικού κινήματος (πχ αντιπολεμικό-αντιμπεριαλιστικό, Γιουγκοσλαβία, Ιράκ κλπ)

 Αυτή η πορεία της ΚΝΕ ανακόπηκε, ξεκίνησε η οπισθοδρόμηση που καταλήγει στη διάλυση. Κυρίαρχη αιτία είναι η (ανεπίσημη στην αρχή, επίσημη αργότερα) αλλαγή της κατεύθυνσης από πλευράς του Κόμματος για το ρόλο της ΚΝΕ και το πώς παρεμβαίνει στο κίνημα. Αυτή η αλλαγή εκφράστηκε-υπηρετήθηκε  και με την αποδυνάμωση του ΚΣ της ΚΝΕ με το μαζικό και σπασμωδικό πέρασμα στελεχών της στο Κόμμα που δεν άφηνε περιθώρια ωρίμανσης τους. Ενώ σοβαρή ζημιά έκανε ο εφησυχασμός που –παρά τις αντίθετες διακηρύξεις– στην πράξη καλλιεργήθηκε  και που αποτυπώνεται (χωρίς να διατυπώνεται) στο ότι «η ΚΝΕ απλώς εκτελεί, χωρίς ιδιαίτερα να προβληματίζεται για το πώς δημιουργικά θα εφαρμόσει αλλά και θα συμβάλει στον εμπλουτισμό της πολιτικής του Κόμματος στο χώρο ευθύνης της, δηλαδή στη νεολαία». Η ΚΝΕ στην ουσία έχει χάσει σχεδόν κάθε νεολαιίστικο χαρακτηριστικό και έχει μετατραπεί σε μια συρρικνούμενη εκτελεστική ομάδα για το χαμαλίκι.

Αυτά συνέβαλαν στο να χάσουμε την πρωτοβουλία στο κίνημα με πρώτο χτυπητό παράδειγμα τις φοιτητικές-σπουδαστικές κινητοποιήσεις το Μάη-Ιούνη 2006. Πλέον είναι ξεκάθαρο ότι η πρώτη ευθύνη τότε ανήκε στους υπευθύνους από το Κόμμα (καθοδήγηση ΚΟΑ αλλά και ΓΓ της ΚΕ Α. Παπαρήγα η οποία τότε ήδη από ένα χρόνο είχε απευθείας την ευθύνη για την καθοδήγηση της ΚΝΕ από το ΠΓ). Και μάλιστα η αιτία ήταν συνειδητές επιλογές τους και όχι απλά αδυναμία ή ανικανότητα. Απόδειξη για το τελευταίο είναι ότι ενώ τότε “διαχειρίζονταν” ερωτήματα και παρατηρήσεις στη λογική: «σωστές είναι οι παρατηρήσεις, υπάρχουν αδυναμίες, γίνανε και λάθη, καλά κάνετε και τα λέτε για να τα διορθώσουμε» στην πορεία αυτά που χαρακτηρίζονταν υποκριτικά τότε ως αδυναμίες κατοχυρώθηκαν ως πρότυπος τρόπος δουλειάς.

Οι απαράδεκτες αυτές αντιλήψεις και πρακτικές εμπεδώθηκαν πλήρως κατά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008 (δολοφονία Α. Γρηγορόπουλου και τις ακόλουθες κινητοποιήσεις). Συνοπτικά:

  • Αδράνεια, φόβος για τις μάζες και απομάκρυνση από αυτές,
  • εγκατάλειψη (και διακηρυγμένη πλέον) των Γενικών Συνελεύσεων αφού «οι μάζες μας ακολουθούν έτσι και αλλιώς από μόνες τους», ενώ «οι σύλλογοι είναι εκφυλισμένοι» (δηλαδή η δουλειά “από τα κάτω”, η Γενική Συνέλευση είναι εκφυλισμένη, δηλαδή οι φοιτητές γενικά είναι εκφυλισμένοι),
  • εγκατάλειψη της Πανσπουδαστικής,
  • παραπληροφόρηση για τα αποτελέσματα της δουλειάς μας,
  • κάθε λογής τυχοδιωκτισμός και τερτίπι για να φανεί (μέσα και έξω από την οργάνωση) ότι είμαστε “από πάνω”, κυρίαρχοι.
  • Εύκολη λύση οι δήθεν “Επιτροπές Αγώνα” όπου στην καλύτερη περίπτωση μαζεύεται η μισή οργάνωση της ΚΝΕ και κάποιες στενές επιρροές (λιγότεροι απ’ ότι παλιά στην Πανσπουδαστική) και αποφασίζουν στο όνομα των φοιτητών. Δηλαδή καραμπινάτη υποκατάσταση, ανάθεση και ελιτισμός για τα οποία καταγγέλλαμε όλα τα προηγούμενα χρόνια διάφορους “υπερεπαναστάτες”.
  • αυθαιρεσίες στο όνομα των φοιτητών,
  • Ως επιστέγασμα η δημιουργία του ΜΑΣ ως εξαμβλωματικό κακέκτυπο του ΠΑΜΕ (με όλα τα αρνητικά στοιχεία του ΠΑΜΕ που αναφέρονται παραπάνω).

Οργανωτική αποδυνάμωση της ΚΝΕ. Παρά τα παχιά λόγια για ιδεολογική-πολιτική και οργανωτική ισχυροποίηση της ΚΝΕ, υπάρχει τρομερή συρρίκνωση της ΚΝΕ. Στους μαθητές η ανυπαρξία ομολογείται εδώ και καιρό ακόμα και σε επίσημες κομματικές ενημερώσεις. Στους φοιτητές-σπουδαστές φαίνεται: η παρουσία των φοιτητών-σπουδαστών (μιλάω ενδεικτικά για την Αθήνα που έχω προσωπική πείρα) στις κινητοποίησης είναι κραυγαλέα μικρότερη από τα προηγούμενα χρόνια (υποπολλαπλάσια και από τις οργανωμένες δυνάμεις που υπήρχαν παλιότερα), που σημαίνει είτε ότι: α) υπάρχει πολύ σημαντική οργανωτική μείωση β) είτε ότι τα μέλη δεν κινητοποιούνται ή γ) και ακόμα χειρότερα συνδυασμός και των δυο. Στις τελευταίες φοιτητικές σπουδαστικές εκλογές (εδώ αναφερόμουν στο 2010, το 2011 τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα) το φάντασμα της ΠΚΣ, πανελλαδικά συγκέντρωσε σε ΑΕΙ-ΤΕΙ 15.000 ψήφους ενώ το 2008 πάνω από 12.500 ήταν μόνο οι υποψήφιοι της και πάνω από 23.000 οι ψήφοι (στοιχεία από το Ριζοσπάστη) ενώ κατρακύλα υπάρχει και στα ποσοστά.

Δεν είναι τυχαίο ότι δεν υπήρξε στο 10ο Συνέδριο της ΚΝΕ εκτίμηση στα ντοκουμέντα ή έστω εσωκομματική ενημέρωση για το αν υπάρχει αύξηση ή μείωση των μελών της ΚΝΕ και σε τι ποσοστό από το προηγούμενο Συνέδριο (στοιχείο που δινόταν παλιότερα και πρέπει να δίνεται).

Μια μικρή αύξηση που σημειώθηκε τα τελευταία προηγούμενα χρόνια σε σχέση με πριν 10-15 χρόνια στις δυνάμεις σε νέους εργαζόμενους (και που μάλλον ήδη έχει εξανεμιστεί) εξηγείται κατά βάση όχι με στρατολογία εργαζομένων αλλά κυρίως από το μέρος του δυναμικού που είχε οργανωθεί παλιότερα στα σχολεία και σε ΑΕΙ-ΤΕΙ και το οποίο παρέμεινε ενεργό βγαίνοντας στην παράγωγη. Και φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν αντισταθμίζει τις απώλειες από μαθητές-φοιτητές.

ΔΙΟΛΙΣΘΗΣΗ ΣΕ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ

 Γενικά υπάρχει μια διαρκής εξύμνηση της «στρατηγικής», της «γραμμής», της «ιστορίας», του Κόμματος και όρκοι για την υπεράσπιση τους, την ίδια ώρα που στα λόγια, στην καθημερινή πρακτική ή πλέον και σε ντοκουμέντα υπάρχει σταδιακά όχι μόνο απομάκρυνση αλλά και υπονόμευση που φτάνει να ανατρέπει στρατηγική, γραμμή και ιστορία. Υπάρχει στις ιδεολογικές και πολιτικές αναλύσεις του ΚΚΕ διολίσθηση από το Πρόγραμμα, από βασικά Συνεδριακά Ντοκουμέντα, από τους Κλασσικούς, από τις παραδόσεις του ελληνικού και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Το πρό

Comments are closed.